ΠΡΟΣΗΛΙΑΚΗ ΜΑΝΗ

Μια σπουδαία αρχαία πολιτεία που ελάχιστοι γνωρίζουν και ακόμα λιγότεροι έχουν επισκεφθεί στην Προσηλιακή Μάνη.

Αποφεύγω να γράψω για τη Μάνη, όπως ο διάολος το λιβάνι. Δημιουργεί τόσο αντικρουόμενα συναισθήματα μέσα μου και έχω διαβάσει τόσο μεγαλειώδεις βλακείες για τον τόπο αυτόν που θα ήθελα απλά να μην ασχοληθώ. Δεν γίνεται όμως! Στη Μάνη και τους ανθρώπους της έχω αναφερθεί πολλές φορές σκιαγραφώντας ένα προφίλ δυναμικό, έντονο, τραχύ, που ούτε θετικό θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ούτε φυσικά αρνητικό. Οι Μανιάτες όμως αλλάζουν, το ίδιο και ο τόπος τους. Αυτή η ειρηνική διαδικασία ομογενοποίησης, «εξευρωπαϊσμού», εκσυγχρονισμού εάν προτιμάτε, έχει αρχίσει να επηρεάζει και τη μικρή «χώρα» τους. Δεν είναι βέβαια όλες οι επιρροές αρνητικές, ούτε είμαι από εκείνους που, προσκολλημένοι στο παρελθόν, αγνοούν το παρόν και το μέλλον. Είτε μας αρέσει είτε όχι, η Μάνη αλλάζει, οι πύργοι της εξακολουθούν να ορθώνονται επιθετικά στο τοπίο, αλλά πλέον αποτελούν παραδοσιακά κτίρια εξαγοράσιμα από πλούσιους κατοίκους του εξωτερικού. Η λειψυδρία δεν είναι πια τόσο μεγάλο πρόβλημα και θα δεις Μανιάτες να βγαίνουν με το λάστιχο για να πλύνουν το αυτοκίνητό τους! Όποιος βέβαια επισκεφθεί για πρώτη φορά το μεσαίο πόδι τη Πελοποννήσου, από την Αρεόπολη και κάτω, είτε ξεφύγει προς την μεσσηνιακή πλευρά μέχρι την Καρδαμύλη θα μείνει σίγουρα με το στόμα ανοιχτό. Η εμπειρία θα του μείνει αξέχαστη, αλλά δύσκολα θα νιώσει τη Μάνη και τους ανθρώπους της. Χρειάζεται πρώτα να πας στα σπήλαια του Δυρού, να περάσεις από την Κίτα την πολυπυργού, να δεις τον Γερολιμένα, τη Βάθεια, το Πόρτο Κάγιο και το Ταίναρο και μετά να ψάξεις για περισσότερα.

Σήμερα όμως λέω να πάμε για τα «περισσότερα». Θα ανακαλύψουμε μια σπουδαία αρχαία πολιτεία που ελάχιστοι γνωρίζουν και ακόμα λιγότεροι έχουν επισκεφθεί. Θα διαλύσουμε τα πόδια μας στο κακοτράχαλο μονοπάτι για να έρθουμε πιο κοντά στην τραχιά φύση του Μανιάτη και θα αγναντέψουμε τη θάλασσα σαν γαλάζιο όριο, χωρίς όρεξη για μπάνιο… χωρίς καλοκαίρι!

Ο κεντρικός ασφάλτινος δρόμος περνάει μέσα από την Αρεόπολη και συνεχίζει προς Γερολιμένα. Στα 2 χιλιόμετρα περίπου έξω από τη σύγχρονη «πρωτεύουσα» της Μάνης οι ταμπέλες δείχνουν προς τα αριστερά την κατεύθυνση για Πύρριχο – Κότρωνα – Λάγια. Εκεί στρίβουμε μπαίνοντας στον Δήμο Ανατολικής Μάνης. Το όνομα είναι τουλάχιστον ατυχές. Θα έπρεπε να τον λένε Προσηλιακής Μάνης, γιατί έτσι ονομάζεται ετούτη η λωρίδα γης και έτσι θα πρέπει να τη θυμούνται όλοι (η άλλη μεριά, η «δυτική», είναι η Αποσκιερή ή Αποσκιαδερή Μάνη, ονόματα όμορφα, ζεστά και αληθινά κατά την ταπεινή μου άποψη). Το πρώτο χωριό που συναντάμε σκαρφαλωμένο σε μια πλαγιά είναι ο Πύρριχος και εδώ χρειάζεται να κάνουμε στάση και πολλές ερωτήσεις! Από πότε μένουν οι άνθρωποι εδώ; Γιατί δεν έστησαν το χωριό λίγο πιο πέρα ώστε να βλέπουν θάλασσα; Ποιος είναι ο λόγος που κατοικείται ακόμα;

Στον στενό διάδρομο που αφήνουν τα δύο βραχώδη υψώματα με χαμηλή βλάστηση χτίστηκε ο Πύρριχος που διατηρεί το αρχαίο του όνομα (ως Κάβαλο θα συναντήσετε το χωριό σε κάποιους χάρτες). Από εδώ πέρασε και ο περιηγητής της αρχαιότητας Παυσανίας, μόνο που καταγράφει το χωριό ως θηλυκού γένους (η Πύρριχος, πιθανότατα από την πύρριχον γην, το κιτρινοκόκκινο έδαφος… διόλου εμφανές στο σημερινό χωριό). Αναφέρει μάλιστα ένα μεγάλο πηγάδι στην αγορά της αρχαίας πόλης, ένα ιερό της Αστρατείας Άρτεμης και ένα του Αμαζονίου Απόλλωνος.

Ο Πύρριχος μοιάζει να φρουρεί τη μικρή αλλά εύφορη κοιλάδα που δημιουργείται και το μέρος αυτό θα πρέπει να κατοικείται ανέκαθεν χάρη στο υδροφόρο στρώμα του υπεδάφους. Εδώ σ’ αυτό το «βαθούλωμα» αποστραγγίζονται τα υπόγεια νερά και τα δύο μεγάλα πηγάδια ίσως να υπάρχουν από την αρχαία εποχή. Οι πέτρες στους τοίχους αρνούνται να μιλήσουν για την ηλικία τους, αλλά σίγουρα γνωρίζουμε ότι ο Πύρριχος ήταν μία από τις «Ελεύθερες» λακωνικές πόλεις και πως ακόμα και οι Ρωμαίοι εγκαταστάθηκαν εδώ. Οι περίπου 100 κάτοικοι του χωριού παραμένουν στη θέση τους, γιατί δεν υπάρχει Μανιάτης σε ετούτο τον κόσμο που να μην αγαπάει τη δική του γη, την ιδιοκτησία του. Σε πολύ μικρή απόσταση βρίσκεται και το χωριό Χιμάρα που έχει για καμάρι της τον ναό του Αγίου Νικολάου, ο οποίος περιποιημένος πια δείχνει το εξαίρετης τεχνοτροπίας καμπαναριό του με τα ενσωματωμένα λιθανάγλυφα. Και αν δεν σας φτάνουν όλα αυτά, η συνέχεια του δρόμου οδηγεί στα Λουκάδικα. Τα σπίτια στην κορυφή του λόφου μοιάζουν να δημιουργούν ένα κάστρο, άλλωστε κάστρο της Κολοκυθιάς το ονομάζουν και οι τοπικοί, ενώ πιθανότατα αποτελεί την ακρόπολη της αρχαίας Τευθρώνης.

Η αρχαία πόλη μας περιμένει στον Κότρωνα, με τους γραφικούς ορμίσκους που στολίζουν τα καλοκαιρινά όνειρα των εκάστοτε επισκεπτών του. Εδώ υπήρχε η Τευθρώνη, ένα από τα σημαντικότερα λιμάνια και φυσικά αυτό που χρησιμοποίησε ο Παυσανίας για να φθάσει στο ακρωτήριο Ταίναρο με πλοίο. Από το σημερινό λιμάνι του Κότρωνα αντικρύζει κανείς τη μικρή χερσόνησο του Σκοπά και περπατώντας εύκολα φθάνει στη μικρή λωρίδα γης με τα σκουρόχρωμα μεγάλα βότσαλα, το ερειπωμένο σπίτι και τη διπλή ειδυλλιακή παραλία που ενώνει το «νησί» με την ξηρά. Η χερσόνησος αυτή είναι βέβαιο πως εκατοικείτο πριν από το 2000 π.Χ., ενώ τόσο στη σημερινή μικρή πολιτεία του Κότρωνα όσο και στη χερσόνησο θα δείτε πολλά από τα κομμάτια της αρχαίας πόλης, είτε διάσπαρτα είτε ενσωματωμένα στα σπίτια και τις εκκλησιές. Η αρχαία Τευθρώνη ζει ακόμη μέσα από τα δομικά της στοιχεία ή πέθανε και στοιχειώνει το μέρος τούτο; Καλύτερα να το αποφασίσετε μονάχοι σας.

Μετά την παράκαμψη για Κότρωνα ο δρόμος συνεχίζει προς Νύμφιο και περνάει από το Φλομοχώρι. Στη θέα των τεράστιων μανιάτικων πύργων είναι σίγουρο ότι θα σταματήσετε δίπλα από την Αγία Τριάδα στο κέντρο του χωριού για να τους επισκεφθείτε με τα πόδια. Αν θυμάμαι καλά ο πιο παλιός πύργος είναι του 1800 και κατοικείται μέχρι και τις μέρες μας από την οικογένεια του Γεωργακάκου. Σταθείτε απέναντι από τα υψίκορμα πέτρινα κτίρια και σκεφθείτε πως φτιάχτηκαν για πόλεμο. Ίσως για πόλεμο ανάμεσα σε σόγια-οικογένειες. Φτιάχτηκαν σαν σύμβολα δύναμης και όχι απαραίτητα ευμάρειας ή καυχησιάς. Ανοίξτε βιβλία για να διαβάσετε για τις μανιάτικες έχθρες, τον «γδικιωμό», τις «τρέβες», τους «ξεβγαλτήδες», τα «ψυχικά». Η θέα των πύργων αυτών θα σας βοηθήσει πολύ να καταλάβετε όσα θα διαβάσετε, ενώ θα σας φέρει πιο κοντά στην ψυχοσύνθεση του Μανιάτη.

Ακόμα μια παράκαμψη μπορείτε να κάνετε για τα χωριά Αγριλιά και Δρυμός. Σταματήστε στον Δρυμό και κοιτάξτε γύρω σας, υπάρχει άλλο τέτοιο χωριό στην Ελλάδα; Με τέτοιο χαρακτήρα και τέτοια θέα πάνω από τη θάλασσα; Μήπως αν μένατε σε κάποιο από τα πυργόσπιτα θα ήταν σαν να πετάτε; Εδώ στον Δρυμό έχουν δει τα μάτια μου μιαν αξέχαστη σκηνή. Υδροφόρα έχει σταματήσει σε ανηφόρα και γεμίζει τη στέρνα ενός σπιτιού. Λόγω της κλίσης από τις κάνουλες τρέχει αρκετό νερό στον δρόμο και η γιαγιά σε αλλόφρονα κατάσταση ουρλιάζει στην εγγονή της: «Μωρηηηή φέρε τις τέστες» (σ.σ.: τις λεκάνες δηλαδή). Η εγγονή την κοιτάει με απορία και δεν κουνιέται… η γιαγιά την αρπάζει από το μαλλί: «Μωρή, τρέχει το νερό δεν βλέπεις… ου να χαθείς!». Το κοριτσάκι είναι έτοιμο να βάλει τα κλάματα δυο φορές απορημένο, η γιαγιά φέρνει λεκάνες και κουβάδες μαζεύοντας το νερό που χάνεται, από τα μάτια του κοριτσιού τρέχουν δυο δάκρυα. Η Μανιάτισσα γιαγιά ξέρει την αξία του νερού, η εγγονή τη μαθαίνει!

Μια αρχαία πολιτεία μας περιμένει καρτερικά πάνω από το Νύμφιο, αλλά θέλει προσπάθεια να φθάσεις μέχρι εκεί. Ταμπέλες δεν υπάρχουν και για να προσεγγίσεις την αρχή του μονοπατιού θα πρέπει να ρωτήσεις στο χωριό. Το ύψωμα και το εγκαταλελειμμένο χωριό ονομάζεται Κουρνός. Εκεί που βρίσκονται διαλυμένοι δύο δωρικοί ναοί, η τοποθεσία ονομάζεται Κιόνια. Ο τσιμέντινος δρόμος ξεκινάει κάθετα στο κεντρικό ασφάλτινο και φθάνει δίπλα από ένα σπίτι. Εκεί ακριβώς διακρίνεις το μονοπάτι. Ξεκινάει σαν «πλακονίθι» (δηλαδή σαν καλντερίμι περιτειχισμένο από ξερολιθιά) και ύστερα από λίγο γίνεται «τρόχαλο» κανονικό (δηλαδή στρωμένο με ακανόνιστες πέτρες σχεδόν διαλυμένο) που θέλει προσοχή. Η ανάβαση θα διαρκέσει 1 με 1.30 ώρα, αλλά όσα θα δεις και θα νιώσεις θα σε αποζημιώσουν με το παραπάνω για την κούραση. Θα αναρωτηθείς πολλές φορές «μα που πάω;», αλλά να ξέρεις πως περπατάς σε ένα ατόφιο μονοπάτι που δημιουργήθηκε πριν από τον 2ο αιώνα π.Χ. και εξακολουθεί να γοητεύει με τις εικόνες που προσφέρει όσους το ακολουθούν.

Πλησιάζοντας στο εγκαταλελειμμένο χωριό του Κουρνού θα συναντήσεις τις πρώτες καρυδιές και θα καταλάβεις γιατί μια σωλήνα ακολουθεί το μονοπάτι. Ο Κουρνός έχει μπόλικο νερό όλες τις εποχές του χρόνου και μπορεί τώρα να κατοικείται από γελάδες, κατσίκες και γουρούνια που βόσκουν ελεύθερα, αλλά παλιότερα ήταν σημαντικό χωριό και καλά προφυλαγμένο. Η Παναγιά του Κουρνού, η μονόχωρη μεσαιωνική εκκλησιά με το καμπαναριό της στέκει ακόμα ορθή και δίπλα της ένα αρχοντικό σπίτι, το μεγάλο πηγάδι κάτω από την πηγή και ένας καταπράσινος μπαξές. Αν συνεχίσεις τη νοητή γραμμή του μονοπατιού δίπλα από το τεράστιο πέτρινο τείχος που οριοθετεί τον μπαξέ (ή σχημάτιζε το πάλαι ποτέ υδραγωγείο) θα συναντήσεις και άλλα διαλυμένα σπίτια.

Το μονοπάτι χάνεται, αλλά καταλαβαίνεις ότι στρίβει δεξιά στην άκρη του υψώματος. Βάζοντας σαν στόχο τον βράχο απέναντι που ξεχωρίζει η κυλινδρική τσιμέντινη στήλη με το τριγωνομετρικό σημάδι της Γεωγραφικής Υπηρεσίας Στρατού θα συναντήσεις σε σωρό τα κομμάτια της αρχαίας πολιτείας της Αίγιλας. Έχεις φθάσει, λοιπόν, στα Κιόνια και αυτό που αντικρύζουν τα μάτια σου είναι τόσο θλιβερό όσο και αληθινό. Από τα 1843 που ο Γάλλος Lebas εντόπισε τα ιερά δύο δωρικών ναών του 2ου αιώνα π.Χ. όλοι λεηλατούν την περιοχή και κανένας δεν ενδιαφέρεται. Ο Παυσανίας μπορεί ποτέ του να μην είδε την Αίγιλα, αφού πήρε το πλοίο από την Τευθρώνη για το Ταίναρο, αλλά τη μνημονεύει στα Μεσσηνιακά. Διαβάστε το απόσπασμα και θα καταλάβετε:

«…Στη Λακωνική βρίσκεται η Αίγιλα, όπου υπάρχει ιερό της Δήμητρας άγιο. Ξέροντας ο Αριστομένης και οι δικοί του πως οι γυναίκες τελούν εκεί γιορτή προσπάθησαν να τις αρπάξουν. Οι γυναίκες όμως ξεσηκώθηκαν, όχι χωρίς συνεργεία της θεάς, για άμυνα και τραυμάτισαν τους περισσότερους Μεσσήνιους με τα μαχαίρια με τα οποία οι γυναίκες έσφαζαν τα ζώα της θυσίας και με τις σούβλες στις οποίες περνούσαν τα κρέατα για να τα ψήσουν. Τον Αριστομένη, χτυπώντας τον με τις δάδες, τον έπιασαν ζωντανό. Την ίδια όμως νύχτα σώθηκε στη Μεσσηνία. Ενοχοποιήθηκε η ιέρεια της Δήμητρας Αρχιδάμεια πως αυτή τον ελευθέρωσε, όχι για χρήματα, αλλά επειδή από πριν τον αγαπούσε. Εκείνη προφασίστηκε πως ο Αριστομένης είχε κάψει τα δεσμά του και δραπέτευσε…».

Σκεφθείτε τη σκηνή, και καθίστε δίπλα στις πεσμένες κολόνες ατενίζοντας το πέλαγος κάτω από τα πόδια σας. Τώρα που είστε εδώ, στο βουνό, στη μέση του τίποτα, χωρίς ορατά σημάδια σύγχρονου πολιτισμού, χωρίς τους ήχους του, είναι πολύ πιο εύκολο να αφεθείτε, να αφήσετε ελεύθερη τη φαντασία σας. Αναλογιστείτε ότι χιλιάδες άνθρωποι εδώ και αιώνες υπομονετικά ανεβαίνουν το ίδιο μονοπάτι, έρχονται στο ίδιο σημείο, ξαποσταίνουν και αφήνουν την ψυχή τους να πετάξει. Κάπως έτσι είναι ο τόπος αυτός. Κάπως έτσι είναι η Μάνη.

Του Γιάννη Ντρενογιάννη – Εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ