Η αποσκιερή Μάνη και το ακρωτήριο Ταίναρο

Υπάρχουν πολλοί που πλησιάζουν την ιδέα της ελληνικότητας από τον δρόμο της ιστορίας και άλλοι από τον δρόμο του πολιτισμού. Κάποιοι, τώρα τελευταία, και από τον δρόμο της φύσης. Ελάχιστοι όμως διαλέγουν τον πιο δύσκολο δρόμο. Εκείνον του τοπίου. Του ελληνικού τοπίου, το οποίο, σύμφωνα με τον αείμνηστο Κωνσταντίνο Τσάτσο, περιέχει «μια αρετή φωτός που διώχνει τις σκιές, που δίνει σαφήνεια στις γραμμές, που φέρνει τα αντικείμενα σε απόσταση μιας χειρολαβής κοντά μας». Το οποίο περιέχει επίσης μια αρετή μέτρου, που δεν ανέχεται τα υπερβολικά μεγέθη, που «θυσιάζει τα τιτανικά και τα γιγάντια, στα Ολύμπια και στα ανθρώπινα, που στην ψυχή βάζει όρια σε κάθε ξέσπασμα».

Το ελληνικό τοπίο που δίνει ένα μέτρο σταθερό και όμως εύκαμπτο στην αισθητική της αυτοχθονίας…

Περιγραφή διαδρομής
Η Μάνη, όνομα το οποίο προήλθε από τη Μαΐνη των Βυζαντινών, είναι από τους τόπους εκείνους που μπορούν εύκολα να κάνουν τον ταξιδιώτη (προσοχή! όχι τον τουρίστα, που δυτικοπρεπώς «γυρίζει για να γυρίζει», αλλά αυτόν που ελληνικά ταξιδεύει, αναζητώντας τα βαθύτερα νοήματα της ζωής) να διερωτηθεί για ποιο λόγο να οργανώσει ένα ταξίδι ως εκεί.

Μήπως για τις πλούσιες παραλίες της; Μα ένας βράχος μακρόστενος, στον άξονα Βορρά – Νότου, είναι η χερσόνησος αυτή, που λίγο είναι Μεσσηνία και πολύ είναι Λακωνία, ένας βράχος που ταξιδεύει στη συχνά φουρτουνιασμένη θάλασσα και οι ελάχιστες παραλίες που σχηματίζει μέτριες μπροστά στα κάλλη των γειτονικών του κόλπων.

Μήπως για την πλούσια φύση της; Μα στη μανή (αραιή, άδενδρη, φαλακρή) Μάνη μόνο ελιές και φραγκοσυκιές (figus barbaricus) φύονται, από τον υπήνεμο Κότρωνα ως τον ανεμοδαρμένο Σαγγιά. Και, εντάξει, υπάρχουν κάποια σπάνια φυτά και μερικά αρπακτικά πουλιά, αλλά δεν είναι δα και κανένας βοτανικός ή ορνιθολογικός παράδεισος…

Μήπως, τέλος, για την πλούσια κουζίνα της; Μα «παξιμάδια, λάδι, ελιές και λίγο τυρί» μπορεί να βολεύουν εμένα που είμαι χορτοφάγος, δεν συγκρίνονται όμως με τους δεκάδες άλλους γαστριμαργικούς λειμώνες του ελληνικού χώρου. Σύμφωνοι, υπάρχει και το σίγγλινο, αλλά πέραν αυτού έρημος ατελείωτη…

Μα τότε για ποιο λόγο να πάει κανείς ως αυτό το απώτατο άκρο του Μοριά; ρώτησα κάποτε τον, αείμνηστο σήμερα, μεγάλο ορειβάτη Πλάτωνα Μεταξά, ο οποίος με τιμούσε με τη φιλία του και παρά τα 90 χρόνια που τον βάραιναν και τη μεγάλη αγάπη του για τα Ελληνικά βουνά αγαπούσε πάντα την πεζοπορία στο Ταίναρο.

«Για το τοπίο, παιδί μου», ήταν η απάντησή του! Και ίσως εκεί να είναι κρυμμένο και το κλειδί της χαμένης μας ελληνικότητας.

Στη Μάνη λοιπόν πάμε για το τοπίο. Όχι αυτό που αλλού, ακόμη και στον Μοριά, καθορίζεται από τους ανθρώπους και εξουσιάζεται από τα δημιουργήματά τους. Αλλά αυτό που μοιάζει να έχει γεννήσει ακόμη και τον πολιτισμό αυτού του τόπου.

Τα περίφημης αρχιτεκτονικής μανιάτικα πυργόσπιτα είναι γέννημα-θρέμμα του τοπίου και όχι το αντίστροφο.

Το ίδιο και οι άνθρωποι. Όσο τραχιά είναι η γη τόσο τραχείς και οι άνθρωποι. Και ο γδικιωμός εκδίκηση της γης είναι. Και το μοιρολόι η φωνή της. Και…

…αφήνουμε πίσω μας το Γύθειο και σε 25 χιλιόμετρα, αφού επισκεφθούμε τα περίφημα κάστρα του Πασαβά και της Κελεφάς, φθάνουμε στην ουσιαστική πρωτεύουσα της Μάνης, στην Αρεόπολη (Τσίμοβα). Σύντομη στάση για μανιάτικα λαλάγκια (ζυμωτά και τηγανισμένα κουλούρια) και επίσκεψη στο θαυμάσιο βιβλιοπωλείο «Η Αδούλωτη Μάνη», που διευθύνει ένας νέος άνθρωπος, ο Γιώργος Δημακόγιαννης, εκδότης του ποιοτικού και ομότιτλου περιοδικού.

Νότια κατεύθυνση και παρακάμπτουμε τον ορεινό όγκο του Μακρυλακκώματος (924 μ.), ως τη διασταύρωση (6,5 χλμ. από την Αρεόπολη), που οδηγεί στα περίφημα σπήλαια του Δυρού, τα οποία και προσεγγίζονται εύκολα σε άλλα 4,5 χλμ.

Συνεχίζουμε ευθεία, αρχίζοντας σιγά-σιγά να μπαίνουμε στη νοτιοδυτική αποσκιερή Μάνη ή Μέση Μάνη ή Κακαβούλια. (Η ανατολική ή προσηλιακή Μάνη προσεγγίζεται πιο εύκολα μέσω του Κότρωνα.) Οι δυτικές απολήξεις του ερημικού Σαγγιά περιλαμβάνουν εκτεταμένους ελαιώνες και δεκάδες διάσπαρτους οικισμούς με εξαίρετα δείγματα πετρόκτιστης και φρουριακής αρχιτεκτονικής.

Στο ύψος της Μάνης, 21 χλμ. από την Αρεόπολη, στρίβουμε δεξιά για να επισκεφθούμε τα χωριά Μέζαπο, Ψι, Σταυρί, Κούνο, και την άγρια περιοχή του Κάβο Γκρόσσο, από στενούς και κακοτράχαλους δρόμους, που ασφαλτοστρώθηκαν (γύρευε πότε!) και μετά αφέθηκαν στη μανιάτικη μοίρα τους…

Σε 10 χλμ. κατηφορίζουμε, εφόσον το επιθυμούμε, προς τον άλλοτε γραφικό Γερολιμένα. Και λέω άλλοτε, γιατί πράγματι άλλοτε ήταν γραφικό αυτό το προστατευμένο από τους βόρειους και δυτικούς ανέμους λιμανάκι. Σήμερα όμως δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένα συνονθύλευμα κουφωμάτων αλουμινίου και κακόγουστων κτισμάτων που προσβάλλουν το τοπίο και φυσικά προκαλούν απέχθεια στους ξένους ταξιδιώτες.

Τα τελευταία χρόνια τα καλοκαίρια (γιατί τώρα τον χειμώνα θα τα βρείτε σχεδόν όλα κλειστά!) οι ταβέρνες μένουν άδειες και οι κάτοικοι ακόμη διερωτώνται το γιατί…

Είπαμε όμως ότι στη Μάνη όσο εύκολα το τοπίο γεννάει την αισθητική του χώρου άλλο τόσο εύκολα «ξερνάει» και την ανθρώπινη κακογουστιά.

Εμείς όμως το βιολί μας, συνεχίζουμε νότια, περνάμε σε 3 χλμ. τα Άλικα και σε άλλα 5 την εκπληκτική Βάθεια, όχι μόνο το ωραιότερο χωριό της Μάνης αλλά και ένα από τα ωραιότερα τοπία της. Αυτό το χωριό αξίζει να το χαζεύει κανείς με τις ώρες από μακριά. Όχι ότι τα ίδια τα κτίσματά του δεν αξίζουν να τα επισκεφθεί κανείς από κοντά. Συγχαρητήρια στους συναδέλφους μηχανικούς για την αναστηλωτική δουλειά που έκαναν. Πως όμως να το κάνουμε. Το τοπίο είναι αυτό που κυριαρχεί, όπως και σε ορισμένα Ζαγοροχώρια, και καταπίνει την πέτρα, τον σοβά, το ξύλο. Όταν βλέπει κανείς τη Βάθεια από μακριά, ερχόμενος από τα Άλικα, βλέπει μια, με σημαντική υψομετρική διαφορά, ράχη να ανεβαίνει, σχίζοντας τον άνυδρο και επιβλητικό περίγυρο. Όταν επιστρέφει κανείς και έχει πια για φόντο τη θάλασσα, βλέπει τις γκριζοπράσινες και καφετιές γκρεμίλες να ενώνονται απειλητικά με το μπλε. Και δεν χρειάζονται άλλες απαντήσεις γιατί «έγινε, αυτό που έγινε και το πώς έγινε» σ’ αυτόν τον τόπο.

Όλη η ιστορία της Μάνης, που περιγράφει στο εκπληκτικό βιβλίο του «Η Μάνη και οι Μανιάτες» ο Δήμος Μέξης, εδώ είναι.

Όλος ο πόνος και ο κατατρεγμός που περιγράφει η Δήμητρα Πέτρουλα στο Που είναι η μάνα σου μωρή; και αυτά εδώ είναι.

Όλος ο φασίζων ψευτοεθνικισμός του Σπ. Τριανταφύλλου στο «Οι Αετοί της Μάνης: αι εθνικαί αντικομμουνιστικαί ομάδες κυνηγών» (έκδοση του 1949) – κι εγώ που νόμιζα ότι πρέπει να είμαι ενάντια στο κυνήγι, μόνο από αγάπη προς τη φύση!

Όλα τα μανιάτικα μοιρολόγια που κατέγραψε ο Ανάργυρος Κουτσιλιέρης (εκδόσεις Μπεκάκος, 1997).

Όλα εδώ, μπροστά σας είναι και διαλέγετε και παίρνετε…

Από τη Βάθεια συνεχίζουμε προς το Μαρμάρι και την όμορφη παραλία του, που τώρα τον χειμώνα είναι ακόμη ομορφότερη, και από εκεί ανηφορίζουμε από διάσελο προς το Πόρτο Κάγιο και σε 8 χλμ. φθάνουμε στη Λάγια, ένα θαυμάσιο μέρος της προσηλιακής, ανατολικής Μάνης.

Απέναντι από την εκκλησία, στο ισόγειο ενός κτίσματος του οποίου ο όροφος έχει καταρρεύσει, βρίσκεται ένα μπακάλικο-καφενείο, «Το ξεμόνι», με ξύλινες «σεισμοπαθείς» καρέκλες και για τραπέζια ξύλινες κουλούρες συρμάτων της ΔΕΗ. «Αφήστε μου σιγά-σιγά να κάτσου χάμω στεριακά, γιατί πον’ η καρδία μου, πουλοπετά και η σκέψη μου». Τι, ακόμη δεν ανακαλύψατε την ιδέα της ελληνικότητας μέσα από το τοπίο;

…και με τα πόδια!
Από τη Λάγια επιστροφή από χωματόδρομο (ο δρόμος τώρα φτιάχνεται, που να μη φτιαχνόταν ποτέ…) προς το Μαρμάρι και συναντάμε μια πινακίδα που μας κατευθύνει προς το Ακροταίναρο. Εκκλησία της Αγίας Τριάδας, Κουλάνα, νέα διασταύρωση (δεξιά πάει προς Πάλυρο), καλώδια της ΔΕΗ να καταστρέφουν το τοπίο, αριστερά όμορφος κολπίσκος με πεύκα, μεμονωμένα αγριοκυπάρισσα, αυθαίρετα κτίσματα (κοίτα, πού έφθασαν οι Νεοέλληνες!) και σε 3 χλμ. φθάνουμε σε μια μεμονωμένη ταβέρνα (η οποία τώρα τον χειμώνα θα είναι κλειστή). Αφήνουμε το αυτοκίνητό μας (υψόμετρο 50 μ.) και κατηφορίζουμε από μονοπάτι προς το επίπεδο της θάλασσας, όπου και τα ερείπια του ναού του Ταινάριου Ποσειδώνα, του 5ου π.Χ. αιώνα. Εδώ οι αρχαίοι πρόγονοί μας πίστευαν ότι βρισκόταν μία από τις πύλες του Αδη.

Από τα ερείπια (υπάρχει και ένα εξαίσιο ψηφιδωτό), το μονοπάτι περνάει δίπλα σε μικρό αραξοβόλι, δρασκελίζουμε ξερολιθιές και νεροφαγωμένα βράχια, και ανηφορίζουμε σε μια ευδιάκριτη καμπύλη της ανατολικής πλαγιάς του Ταίναρου. Σε 25 λεπτά βρισκόμαστε επάνω στη ράχη και αποκτάμε μια πρώτη αίσθηση του ακρωτηρίου. Σε 15 επιπλέον λεπτά φθάνουμε στον περίφημο φάρο του Κάβο Ματαπά. Τι αίσθηση κι αυτή!

Η θάλασσα, σαν να ξέρει την πάλη της γης να μπει μέσα της, λυσσομανά 12 μήνες τον χρόνο. Φαίνεται όμως ότι κάποιες στιγμές τής αρέσει αυτή η βαθιά σε συμβολισμούς διαδικασία και κάποτε, σπάνια όμως, γαληνεύει. Να, σαν τις Αλκυονίδες ημέρες στα τέλη του Γενάρη!

Σαράντα λεπτά κάναμε για να έρθουμε περπατώντας ως εδώ, 40 θα κάνουμε και για να επιστρέψουμε.

ΚΩΣΤΑΣ ΣΤΕΦ. ΤΣΙΠΗΡΑΣ ΤΟ ΒΗΜΑ